γκαγκά
•
- ο νοητικά καθυστερημένος Βικιλεξικό
- Καλά τελείως γκαγκά είσαι, ρε Μιχάλη; Πας και λες είσαι άθεος στον καθηγητή των θρησκευτικών; Πάρε απαλλαγή, αν δεν πιστεύεις, να μη σε τρώμε και στη μάπα!
Ετυμολογία
γκαγκά < γαλλική gaga (γεροξεκούτης, ξεκουτιασμένος) < (ηχομιμητική λέξη)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →