γκαγκάβα
•
- ναυτικός όροςεπαγγελματικό αλιευτικό εργαλείο κυρίως στη σπογγαλιεία που σύρεται στο βυθό φέροντας σχετικό σάκο Βικιλεξικό
- ναυτικός όροςτο αλιευτικό σκάφος που επιχειρεί αλιεία με το παραπάνω εργαλείο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γκαγκάβα < → λείπει η ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →