γκαζάδικο
•
- οικείοτάνκερ, πετρελαιοφόρο πλοίο Βικιλεξικό
- 20ός/21ος αιώνας ⌘ Αύγουστος Κορτώ, 1979‑ «Ιδανική μέρα για χαμουρόψαρα», Protagon.gr (9 Ιουνίου 2011)· πρόσβαση: 2023-08-31.
- πλοιάριο διανομής καυσίμου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γκαζάδικο < γκάζ(ι) + -άδικο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γκαζάδικο | γκαζάδικα |
| Γενική | γκαζάδικου | γκαζάδικων |
| Αιτιατική | γκαζάδικο | γκαζάδικα |
| Κλητική | γκαζάδικο | γκαζάδικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →