Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γκαζοζέν

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. φορτηγό αυτοκίνητο ή λεωφορείο πολύ συνηθισμένο κατά τον Β' Παγκόσμιο πόλεμο λόγω έλλειψης καυσίμων που ήταν ειδικά διασκευασμένο ούτως ώστε ο κινητήρας του να λειτουργούσε με καύσιμο το αέριο που παρασκευαζόταν από τη μερική καύση ξύλων με τα οποία τροφοδοτείτο ειδικός λέβητας που ήταν εγκατεστημένος στο όχημα γι' αυτό το σκοπό Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάπαλιό αυτοκίνητο σε κακή κατάσταση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γκαζοζέν < (λόγιο δάνειο) γαλλική gazogène (δηλ. συσκευή που κάνει αεριοποίηση)

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →