γκαζόλαμπα
•
- λάμπα (φωτιστικό) που καίει γκάζι ή πετρέλαιο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γκαζόλαμπα < γκάζ(ι) + -ό- + λάμπα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γκαζόλαμπα | γκαζόλαμπες |
| Γενική | γκαζόλαμπας | — |
| Αιτιατική | γκαζόλαμπα | γκαζόλαμπες |
| Κλητική | γκαζόλαμπα | γκαζόλαμπες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →