γκαζώνω
•
- πατάω απότομα γκάζι και επιταχύνω ξαφνικά το όχημά μου Βικιλεξικό
- μεταφορικάοδηγώ πολύ γρήγορα και επικίνδυνα Βικιλεξικό
- μεταφορικάμαλώνω κάποιον άδικα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γκαζώνω < γκάζ(ι) + -ώνω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | γκαζώνω | γκαζώνεις | γκαζώνει | γκαζώνουμε | γκαζώνετε | γκαζώνουν / γκαζώνουνε |
| Παρατατικός | γκάζωνα | γκάζωνες | γκάζωνε | γκαζώναμε | γκαζώνατε | γκάζωναν / γκαζώναν / γκαζώνανε |
| Αόριστος | γκάζωσα | γκάζωσες | γκάζωσε | γκαζώσαμε | γκαζώσατε | γκάζωσαν / γκαζώσαν / γκαζώσανε |
| Μέλλοντας | θα γκαζώνω / θα γκαζώσω | θα γκαζώνεις / θα γκαζώσεις | θα γκαζώνει / θα γκαζώσει | θα γκαζώνουμε / θα γκαζώσουμε | θα γκαζώνετε / θα γκαζώσετε | θα γκαζώνουν / θα γκαζώνουνε / θα γκαζώσουν / θα γκαζώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω γκαζώσει | έχεις γκαζώσει | έχει γκαζώσει | έχουμε γκαζώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα γκαζώσει | είχες γκαζώσει | είχε γκαζώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω γκαζώσει / να γκαζώνω / να γκαζώσω | να έχεις γκαζώσει / να γκαζώνεις / να γκαζώσεις | να έχει γκαζώσει / να γκαζώνει / να γκαζώσει | να έχουμε γκαζώσει / να γκαζώνουμε / να γκαζώσουμε | να γκαζώνετε / να γκαζώσετε | να γκαζώνουν / να γκαζώνουνε / να γκαζώσουν / να γκαζώσουνε |
| Προστακτική | — | γκάζωνε / γκάζωσε | — | — | γκαζώνετε / γκαζώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
γκαζώθηκαγκαζώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →