Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γκανγκστερικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με παράνομες δραστηριότηες του περασμένου αιώνα στις ΗΠΑ Βικιλεξικό
  2. που έγινε με τρόπο βίαιο, συνωμοτικό, παράνομο, που παραπέμπει σε δραστηριότητα γκάνγκστερ Βικιλεξικό
  3. παλιότερος αλλά εν μέρει και σημερινός χαρακτηρισμός αστυνομικής ταινίας ή ρόλου συναφούς με του γκάνγκστερ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γκανγκστερικός < γκάνγκστερ

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγκανγκστερικόςγκανγκστερικήγκανγκστερικό
Γενικήγκανγκστερικούγκανγκστερικήςγκανγκστερικού
Αιτιατικήγκανγκστερικόγκανγκστερικήγκανγκστερικό
Κλητικήγκανγκστερικέγκανγκστερικήγκανγκστερικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγκανγκστερικοίγκανγκστερικέςγκανγκστερικά
Γενικήγκανγκστερικώνγκανγκστερικώνγκανγκστερικών
Αιτιατικήγκανγκστερικούςγκανγκστερικέςγκανγκστερικά
Κλητικήγκανγκστερικοίγκανγκστερικέςγκανγκστερικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →