Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γκανγκστερισμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. η παράνομη δραστηριότητασ που παραπέμπει στο οργανωμένο έγκλημα του περασμένου αιώνα στις ΗΠΑ (για τις σύγχονες συμμορίες των ΗΠΑ, χρησιμοποιείται συνήθως η λέξη παράνομες ομάδες, συμμορίες, οργανωμένο έγκλημα, πόλεμος συμμοριών κ.λπ.) Βικιλεξικό
  2. η παράνομη δραστηριότητα που θυμίζει εκείνον τον τύπο οργανωμένου εγκλήματος οπουδήποτε κι αν παρατηρείται αυτή Βικιλεξικό
  3. η διαπλοκή που καταλήγει σε αρπαγή, η έμμεση καταλήστευση, όταν μετέχουν πάνω από ένα άτομο σε ένα είδος συνωμοσίας εις βάρος ατόμου ή κοινωνικής ομάδας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γκανγκστερισμός < γκάνγκστερ

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγκανγκστερισμόςγκανγκστερισμοί
Γενικήγκανγκστερισμούγκανγκστερισμών
Αιτιατικήγκανγκστερισμόγκανγκστερισμούς
Κλητικήγκανγκστερισμέγκανγκστερισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →