γκανγκστερισμός
•
- η παράνομη δραστηριότητασ που παραπέμπει στο οργανωμένο έγκλημα του περασμένου αιώνα στις ΗΠΑ (για τις σύγχονες συμμορίες των ΗΠΑ, χρησιμοποιείται συνήθως η λέξη παράνομες ομάδες, συμμορίες, οργανωμένο έγκλημα, πόλεμος συμμοριών κ.λπ.) Βικιλεξικό
- η παράνομη δραστηριότητα που θυμίζει εκείνον τον τύπο οργανωμένου εγκλήματος οπουδήποτε κι αν παρατηρείται αυτή Βικιλεξικό
- η διαπλοκή που καταλήγει σε αρπαγή, η έμμεση καταλήστευση, όταν μετέχουν πάνω από ένα άτομο σε ένα είδος συνωμοσίας εις βάρος ατόμου ή κοινωνικής ομάδας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γκανγκστερισμός < γκάνγκστερ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γκανγκστερισμός | γκανγκστερισμοί |
| Γενική | γκανγκστερισμού | γκανγκστερισμών |
| Αιτιατική | γκανγκστερισμό | γκανγκστερισμούς |
| Κλητική | γκανγκστερισμέ | γκανγκστερισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →