Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γκαρίζω

ρήμα
•
  1. για γάιδαροβγάζω τη χαρακτηριστική φωνή του γαϊδάρου Βικιλεξικό
  2. για άνθρωποβγάζω δυνατή, κακόηχη και ενοχλητική φωνή Βικιλεξικό
  3. για άνθρωποτραγουδώ παράφωνα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γκαρίζω < μεσαιωνική ελληνική γκαρίζω < (ελληνιστική κοινή) ὀγκαρίζω < λατινικά onco < αρχαία ελληνική ὀγκάομαι/ὀγκῶμαι

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςγκαρίζωγκαρίζειςγκαρίζειγκαρίζουμεγκαρίζετεγκαρίζουν / γκαρίζουνε
Παρατατικόςγκάριζαγκάριζεςγκάριζεγκαρίζαμεγκαρίζατεγκάριζαν / γκαρίζαν / γκαρίζανε
Αόριστοςγκάριξαγκάριξεςγκάριξεγκαρίξαμεγκαρίξατεγκάριξαν / γκαρίξαν / γκαρίξανε
Μέλλονταςθα γκαρίζω / θα γκαρίξωθα γκαρίζεις / θα γκαρίξειςθα γκαρίζει / θα γκαρίξειθα γκαρίζουμε / θα γκαρίξουμεθα γκαρίζετε / θα γκαρίξετεθα γκαρίζουν / θα γκαρίζουνε / θα γκαρίξουν / θα γκαρίξουνε
Παρακείμενοςέχω γκαρίξειέχεις γκαρίξειέχει γκαρίξειέχουμε γκαρίξειέχετε γκαρίξει—
Υπερσυντέλικοςείχα γκαρίξειείχες γκαρίξειείχε γκαρίξειείχαμε γκαρίξει——
Υποτακτικήνα έχω γκαρίξει / να γκαρίζω / να γκαρίξωνα έχεις γκαρίξει / να γκαρίζεις / να γκαρίξειςνα έχει γκαρίξει / να γκαρίζει / να γκαρίξεινα έχουμε γκαρίξει / να γκαρίζουμε / να γκαρίξουμενα έχετε γκαρίξει / να γκαρίζετε / να γκαρίξετενα γκαρίζουν / να γκαρίζουνε / να γκαρίξουν / να γκαρίξουνε
Προστακτική—γκάριζε / γκάριξε——γκαρίζετε / γκαρίξτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →