γκαρσόνι
•
- επάγγελμαο σερβιτόρος Βικιλεξικό
- Ένα γκαρσόνι με μοβ σακάκι και μαύρο παπιγιόν μας πλησίασε, έτοιμο να ικανοποιήσει δουλοπρεπώς κάθε μας επιθυμία. Παραγγείλαμε ουίσκι, σόδα κι αναψυκτικά. (Γιάννης Σολδάτος, Ιστορίες για τη θάλασσα από την ελληνική λογοτεχνία, εκδ. Αιγόκερως, 1999, σελ. 309)
Ετυμολογία
γκαρσόνι < (άμεσο δάνειο) γαλλική garçon, γκαρσόν + -ι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γκαρσόνι | γκαρσόνια |
| Γενική | γκαρσονιού | γκαρσονιών |
| Αιτιατική | γκαρσόνι | γκαρσόνια |
| Κλητική | γκαρσόνι | γκαρσόνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →