γκαστρώνω
•
- μεταβατικόκαθιστώ (κάποιαν) έγκυο Βικιλεξικό
- Έμαθα, μεγάλος πια, ... πως ο πατέρας του αφεντικού είχε στριμώξει τη μάνα μου, δεκαπέντε ετών τότε, κοντά στο ποτάμι.... Πόσο κράτησε τ'αλισβερίσι δεν έμαθα. Ξέρω μόνο πως όταν γκαστρώθηκε, την πάντρεψε στα γρήγορα μ'έναν εργάτη του. (Ευγενία Φακίνου, Το τρένο των νεφών, εκδ. Καστανιώτη, 2011)
- μεταφορικάπροκαλώ ενόχληση, αγανάκτηση σε κάποιον χρονοτριβώντας Βικιλεξικό
- «Άντε ρε Φαρδή μας γκάστρωσες», είπε ο Δημητρός σηκώνοντας τα χέρια του προς τον ουρανό. «Θα φάμε όλη τη νύχτα και το σπουδαίο δε θα μας το πεις». (Δημήτρης Βασιλειάδης, Σελειπονούς (1ο τριλογίας), εκδ. Παρατηρητής, 1977, σελ. 43)
Ετυμολογία
γκαστρώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἐγγαστρώνω < μεσαιωνική ελληνική ἐγγαστρόω < ελληνιστική κοινή ἐγγάστριος < ἐν- + αρχαία ελληνική γαστήρ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →