Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γκαφάλι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ιδιωματικόαπαξιωτικός χαρακτηρισμός για άτομο αμόρφωτο και μειωμένης αντίληψης, με έλλειψη γούστου και φινέτσας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γκαφάλι < τουρκική kafa < αραβική قفاء (ḳafā) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *glēb(h)- (πβ. αλβανικά qafë (=λαιμός, σβέρκος)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγκαφάλιγκαφάλια
Γενικήγκαφαλιούγκαφαλιών
Αιτιατικήγκαφάλιγκαφάλια
Κλητικήγκαφάλιγκαφάλια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →