γκαφάλι
•
- ιδιωματικόαπαξιωτικός χαρακτηρισμός για άτομο αμόρφωτο και μειωμένης αντίληψης, με έλλειψη γούστου και φινέτσας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γκαφάλι < τουρκική kafa < αραβική قفاء (ḳafā) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *glēb(h)- (πβ. αλβανικά qafë (=λαιμός, σβέρκος)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γκαφάλι | γκαφάλια |
| Γενική | γκαφαλιού | γκαφαλιών |
| Αιτιατική | γκαφάλι | γκαφάλια |
| Κλητική | γκαφάλι | γκαφάλια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →