γκαϊντατζής
•
- λαϊκότροποκάποιος που (επαγγελματικά) παίζει γκάιντα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γκαϊντατζής < τουρκική gaydacı < gayda < βουλγαρική қайда (qaida)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γκαϊντατζής | γκαϊντατζήδες |
| Γενική | γκαϊντατζή | γκαϊντατζήδων |
| Αιτιατική | γκαϊντατζή | γκαϊντατζήδες |
| Κλητική | γκαϊντατζή | γκαϊντατζήδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →