γκελάρω
•
- προφορικόπροσκρούω σε επιφάνεια και αναπηδώ λόγω ελαστικότητας Βικιλεξικό
- αργκόηττώμαι ή κάνω σοβαρό λάθος που κρίνει αρνητικά το αποτέλεσμα Βικιλεξικό
- προφορικόπροκαλώ απήχηση και θετική ανταπόκριση σε κοινό ή ακροατήριο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γκελάρω < γκελ + -άρω < τουρκική gele
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →