γκεστάλτ
•
- ψυχολογίατο οργανωμένο όλον (λειτουργικό σύνολο) που συντελεί/συναποτελεί/διαμορφώνει/σχηματίζει μια ολότητα/ενότητα (ενιαίο σύνολο) ανώτερο απ' την άθροιση των μελών του Βικιλεξικό
- ... ψυχοθεραπείες, ανακαλύψτε το μέσα παιδί, γκεστάλτ και χέσε μέσα, περισσότερο μπερδεμένος ήταν απ' ότι ξεκίνησε. Τζάμπα κόπος. Τι του είπαν δηλαδή; Ότι τον καταπίεσε η μαμά του; (Λένα Διβανέ, Ενικός Αριθμός, Μυθιστόρημα, εκδ. Καστανιώτη, 2002, σελ. 119)
- η ολότητα, μορφή, διαμόρφωση Βικιλεξικό
- είδος ψυχοθεραπείας, ψυχοθεραπευτική προσέγγιση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γκεστάλτ < (άμεσο δάνειο) γερμανική Gestalt (μορφή, σχήμα)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →