γκεϊμάρω
•
- διαδικτυακή αργκόπαίζω διαδικτυακό παιχνίδι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γκεϊμάρω < γκέιμ + -άρω < (άμεσο δάνειο) αγγλική game
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | γκεϊμάρω | γκεϊμάρεις | γκεϊμάρει | γκεϊμάρουμε | γκεϊμάρετε | γκεϊμάρουν / γκεϊμάρουνε |
| Παρατατικός | γκέιμαρα | γκέιμαρες | γκέιμαρε | γκεϊμάραμε | γκεϊμάρατε | γκέιμαραν / γκεϊμάραν / γκεϊμάρανε |
| Αόριστος | γκεϊμάρισα | γκεϊμάρισες | γκεϊμάρισε | γκεϊμαρίσαμε | γκεϊμαρίσατε | γκεϊμάρισαν / γκεϊμαρίσαν / γκεϊμαρίσανε |
| Μέλλοντας | θα γκεϊμάρω / θα γκεϊμαρίσω | θα γκεϊμάρεις / θα γκεϊμαρίσεις | θα γκεϊμάρει / θα γκεϊμαρίσει | θα γκεϊμάρουμε / θα γκεϊμαρίσουμε | θα γκεϊμάρετε / θα γκεϊμαρίσετε | θα γκεϊμάρουν / θα γκεϊμάρουνε / θα γκεϊμαρίσουν / θα γκεϊμαρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω γκεϊμαρίσει | έχεις γκεϊμαρίσει | έχει γκεϊμαρίσει | έχουμε γκεϊμαρίσει | έχετε γκεϊμαρίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα γκεϊμαρίσει | είχες γκεϊμαρίσει | είχε γκεϊμαρίσει | είχαμε γκεϊμαρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω γκεϊμαρίσει / να γκεϊμάρω / να γκεϊμαρίσω | να έχεις γκεϊμαρίσει / να γκεϊμάρεις / να γκεϊμαρίσεις | να έχει γκεϊμαρίσει / να γκεϊμάρει / να γκεϊμαρίσει | να έχουμε γκεϊμαρίσει / να γκεϊμάρουμε / να γκεϊμαρίσουμε | να έχετε γκεϊμαρίσει / να γκεϊμάρετε / να γκεϊμαρίσετε | να γκεϊμάρουν / να γκεϊμάρουνε / να γκεϊμαρίσουν / να γκεϊμαρίσουνε |
| Προστακτική | — | γκέιμαρε / γκεϊμάρισε | — | — | γκεϊμάρετε / γκεϊμαρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →