Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γκιζερίζω

ρήμα
•
  1. ιδιωματικότριγυρνάω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γκιζερίζω < τουρκική gezi (= περίπατος, βόλτα)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςγκιζερίζωγκιζερίζειςγκιζερίζειγκιζερίζουμεγκιζερίζετεγκιζερίζουν / γκιζερίζουνε
Παρατατικόςγκιζέριζαγκιζέριζεςγκιζέριζεγκιζερίζαμεγκιζερίζατεγκιζέριζαν / γκιζερίζαν / γκιζερίζανε
Αόριστοςγκιζέρισαγκιζέρισεςγκιζέρισεγκιζερίσαμεγκιζερίσατεγκιζέρισαν / γκιζερίσαν / γκιζερίσανε
Μέλλονταςθα γκιζερίζω / θα γκιζερίσωθα γκιζερίζεις / θα γκιζερίσειςθα γκιζερίζει / θα γκιζερίσειθα γκιζερίζουμε / θα γκιζερίσουμεθα γκιζερίζετε / θα γκιζερίσετεθα γκιζερίζουν / θα γκιζερίζουνε / θα γκιζερίσουν / θα γκιζερίσουνε
Παρακείμενοςέχω γκιζερίσειέχεις γκιζερίσειέχει γκιζερίσειέχουμε γκιζερίσειέχετε γκιζερίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα γκιζερίσειείχες γκιζερίσειείχε γκιζερίσειείχαμε γκιζερίσει——
Υποτακτικήνα έχω γκιζερίσει / να γκιζερίζω / να γκιζερίσωνα έχεις γκιζερίσει / να γκιζερίζεις / να γκιζερίσειςνα έχει γκιζερίσει / να γκιζερίζει / να γκιζερίσεινα έχουμε γκιζερίσει / να γκιζερίζουμε / να γκιζερίσουμενα έχετε γκιζερίσει / να γκιζερίζετε / να γκιζερίσετενα γκιζερίζουν / να γκιζερίζουνε / να γκιζερίσουν / να γκιζερίσουνε
Προστακτική—γκιζέριζε / γκιζέρισε——γκιζερίζετε / γκιζερίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →