γκιζερίζω
•
- ιδιωματικότριγυρνάω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γκιζερίζω < τουρκική gezi (= περίπατος, βόλτα)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | γκιζερίζω | γκιζερίζεις | γκιζερίζει | γκιζερίζουμε | γκιζερίζετε | γκιζερίζουν / γκιζερίζουνε |
| Παρατατικός | γκιζέριζα | γκιζέριζες | γκιζέριζε | γκιζερίζαμε | γκιζερίζατε | γκιζέριζαν / γκιζερίζαν / γκιζερίζανε |
| Αόριστος | γκιζέρισα | γκιζέρισες | γκιζέρισε | γκιζερίσαμε | γκιζερίσατε | γκιζέρισαν / γκιζερίσαν / γκιζερίσανε |
| Μέλλοντας | θα γκιζερίζω / θα γκιζερίσω | θα γκιζερίζεις / θα γκιζερίσεις | θα γκιζερίζει / θα γκιζερίσει | θα γκιζερίζουμε / θα γκιζερίσουμε | θα γκιζερίζετε / θα γκιζερίσετε | θα γκιζερίζουν / θα γκιζερίζουνε / θα γκιζερίσουν / θα γκιζερίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω γκιζερίσει | έχεις γκιζερίσει | έχει γκιζερίσει | έχουμε γκιζερίσει | έχετε γκιζερίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα γκιζερίσει | είχες γκιζερίσει | είχε γκιζερίσει | είχαμε γκιζερίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω γκιζερίσει / να γκιζερίζω / να γκιζερίσω | να έχεις γκιζερίσει / να γκιζερίζεις / να γκιζερίσεις | να έχει γκιζερίσει / να γκιζερίζει / να γκιζερίσει | να έχουμε γκιζερίσει / να γκιζερίζουμε / να γκιζερίσουμε | να έχετε γκιζερίσει / να γκιζερίζετε / να γκιζερίσετε | να γκιζερίζουν / να γκιζερίζουνε / να γκιζερίσουν / να γκιζερίσουνε |
| Προστακτική | — | γκιζέριζε / γκιζέρισε | — | — | γκιζερίζετε / γκιζερίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →