γκινιόζος
•
- που φέρνει κακή τύχη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γκινιόζος < γκίνια
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
γκινιόζος < γκίνια
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →