γκιπούρ
•
- είδος δαντέλας με ανάγλυφα μοτίβα ενωμένα με αραιό πλέγμα ή κενό υπόβαθρο, που δημιουργεί εντυπωσιακό διάκοσμο σε υφάσματα ή ενδύματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γκιπούρ < γαλλική guipure < guiper < φραγκική *wīpan (τυλίγω) < πρωτογερμανική *wīpaną < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *weyp-
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →