γκιόσα
•
- μεγάλη σε ηλικία προβατίνα ή γίδα Βικιλεξικό
- μειωτικόγυναίκα με γέρικη και άσχημη εμφάνιση Βικιλεξικό
- προβατίνα ή γίδα που δεν μπορεί πια να γεννήσει Βικιλεξικό
- κρέας προβατίνας ή γίδας που ψήνεται σε φούρνο κλειστό με πηλό για πολλές ώρες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γκιόσα < (άμεσο δάνειο) αλβανική gjosa / (άμεσο δάνειο) αρωμουνική ghes (μαύρη γίδα με καστανές ρίγες)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γκιόσα | γκιόσες |
| Γενική | γκιόσας | — |
| Αιτιατική | γκιόσα | γκιόσες |
| Κλητική | γκιόσα | γκιόσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →