γκογκόβια
•
- οι όρχεις Βικιλεξικό
- Ανατρίχιασαν τα γκογκόβια μου.
Ετυμολογία
γκογκόβια < άγνωστης ετυμολογίας. Πιθανώς < αρχαία ελληνική τὰ κοκκία (οι όρχεις).
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
γκογκόβια < άγνωστης ετυμολογίας. Πιθανώς < αρχαία ελληνική τὰ κοκκία (οι όρχεις).
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →