γκοθάς
•
- αργκόπρόσωπο —συνήθως νεαρής ηλικίας— που υιοθετεί αισθητική και στάση ζωής με σκοτεινό και μελαγχολικό ύφος, εμπνευσμένο από τη γκόθικ υποκουλτούρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γκοθάς < γκοθ + -άς < αγγλική goth < υστερολατινική gothicus < ελληνιστική κοινή Γοτθικός < Γότθοι < γοτθική *𐌲𐌿𐍄𐌰 (guta)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γκοθάς | γκοθάδες |
| Γενική | γκοθά | γκοθάδων |
| Αιτιατική | γκοθά | γκοθάδες |
| Κλητική | γκοθά | γκοθάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →