Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γκοθάς

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αργκόπρόσωπο —συνήθως νεαρής ηλικίας— που υιοθετεί αισθητική και στάση ζωής με σκοτεινό και μελαγχολικό ύφος, εμπνευσμένο από τη γκόθικ υποκουλτούρα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γκοθάς < γκοθ + -άς < αγγλική goth < υστερολατινική gothicus < ελληνιστική κοινή Γοτθικός < Γότθοι < γοτθική *𐌲𐌿𐍄𐌰 (guta)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγκοθάςγκοθάδες
Γενικήγκοθάγκοθάδων
Αιτιατικήγκοθάγκοθάδες
Κλητικήγκοθάγκοθάδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →