Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γκομενίζω

ρήμα
•
  1. προφορικόκυνηγάω γκόμενες (ή γκόμενους), φλερτάρω Βικιλεξικό
    • γκομενίζει με όποια σχεδόν έπεφτε στο δρόμο του (εκείνος, που ως τότε ντρεπόταν υπερβολικά τα κορίτσια) (⌘ Χ. Α. Χωμενίδης, Το σπίτι και το κελλί, εκδ. Πατάκης, 2016)
    • από τη στιγμή που «μου μπήκε» η ιδέα πως ο Τζόναθαν γκομενίζει με τον Άρθρουρ, η συμβίωσή μας μετατράπηκε σ' ένα συνεχή πανικό (Παύλος Θ. Κάγιος, Μη μ' αφήσεις να χαθώ, εκδ. Καστανιώτη, 2013)

Ετυμολογία

γκομενίζω < γκόμενα + -ίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςγκομενίζωγκομενίζειςγκομενίζειγκομενίζουμεγκομενίζετεγκομενίζουν / γκομενίζουνε
Παρατατικόςγκομένιζαγκομένιζεςγκομένιζεγκομενίζαμεγκομενίζατεγκομένιζαν / γκομενίζαν / γκομενίζανε
Αόριστοςγκομένισαγκομένισεςγκομένισεγκομενίσαμεγκομενίσατεγκομένισαν / γκομενίσαν / γκομενίσανε
Μέλλονταςθα γκομενίζω / θα γκομενίσωθα γκομενίζεις / θα γκομενίσειςθα γκομενίζει / θα γκομενίσειθα γκομενίζουμε / θα γκομενίσουμεθα γκομενίζετε / θα γκομενίσετεθα γκομενίζουν / θα γκομενίζουνε / θα γκομενίσουν / θα γκομενίσουνε
Παρακείμενοςέχω γκομενίσειέχεις γκομενίσειέχει γκομενίσειέχουμε γκομενίσειέχετε γκομενίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα γκομενίσειείχες γκομενίσειείχε γκομενίσειείχαμε γκομενίσει——
Υποτακτικήνα έχω γκομενίσει / να γκομενίζω / να γκομενίσωνα έχεις γκομενίσει / να γκομενίζεις / να γκομενίσειςνα έχει γκομενίσει / να γκομενίζει / να γκομενίσεινα έχουμε γκομενίσει / να γκομενίζουμε / να γκομενίσουμενα έχετε γκομενίσει / να γκομενίζετε / να γκομενίσετενα γκομενίζουν / να γκομενίζουνε / να γκομενίσουν / να γκομενίσουνε
Προστακτική—γκομένιζε / γκομένισε——γκομενίζετε / γκομενίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →