Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γκομενίτσα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. υποκοριστικό του: γκόμενα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γκομενίτσα < γκόμενα + υποκοριστικό επίθημα -ίτσα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγκομενίτσαγκομενίτσες
Γενικήγκομενίτσας—
Αιτιατικήγκομενίτσαγκομενίτσες
Κλητικήγκομενίτσαγκομενίτσες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →