γκομενίτσα
•
- υποκοριστικό του: γκόμενα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γκομενίτσα < γκόμενα + υποκοριστικό επίθημα -ίτσα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γκομενίτσα | γκομενίτσες |
| Γενική | γκομενίτσας | — |
| Αιτιατική | γκομενίτσα | γκομενίτσες |
| Κλητική | γκομενίτσα | γκομενίτσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →