γκομενιάρης
•
- ερωτιάρης που εναλλάσσεται ερωτικούς συντρόφους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γκομενιάρης < γκόμενα + -ιάρης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γκομενιάρα / γκομενιάρης / γκομενιάρικο | γκομενιάρες / γκομενιάρηδες / γκομενιάρικα |
| Γενική | γκομενιάρας / γκομενιάρη / γκομενιάρικου | γκομενιάρηδων / γκομενιάρικων |
| Αιτιατική | γκομενιάρα / γκομενιάρη / γκομενιάρικο | γκομενιάρες / γκομενιάρηδες / γκομενιάρικα |
| Κλητική | γκομενιάρα / γκομενιάρη / γκομενιάρικο | γκομενιάρες / γκομενιάρηδες / γκομενιάρικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →