Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γκομενιάρης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ερωτιάρης που εναλλάσσεται ερωτικούς συντρόφους Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γκομενιάρης < γκόμενα + -ιάρης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγκομενιάρα / γκομενιάρης / γκομενιάρικογκομενιάρες / γκομενιάρηδες / γκομενιάρικα
Γενικήγκομενιάρας / γκομενιάρη / γκομενιάρικουγκομενιάρηδων / γκομενιάρικων
Αιτιατικήγκομενιάρα / γκομενιάρη / γκομενιάρικογκομενιάρες / γκομενιάρηδες / γκομενιάρικα
Κλητικήγκομενιάρα / γκομενιάρη / γκομενιάρικογκομενιάρες / γκομενιάρηδες / γκομενιάρικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →