γκομενότσαρκα
•
- τσάρκα (περίπατος) με γκόμενες Βικιλεξικό
- τσάρκα σε αναζήτηση ερωτικού συντρόφου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γκομενότσαρκα < γκόμεν(α) + -ό- + τσάρκα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γκομενότσαρκα | γκομενότσαρκες |
| Γενική | γκομενότσαρκας | γκομενότσαρκων |
| Αιτιατική | γκομενότσαρκα | γκομενότσαρκες |
| Κλητική | γκομενότσαρκα | γκομενότσαρκες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →