γκουγκλίζω
•
- συνώνυμο του γκουγκλάρω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γκουγκλίζω < αγγλική Google (ηλεκτρονική μηχανή αναζήτησης) + -ίζω ή γκουγκλ(άρω) + -ίζω για την προσαρμογή της ρηματικής κατάληξης -άρω, που συνήθως χαρακτηρίζει ξενικές λέξεις
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | γκουγκλίζω | γκουγκλίζεις | γκουγκλίζει | γκουγκλίζουμε | γκουγκλίζετε | γκουγκλίζουν / γκουγκλίζουνε |
| Παρατατικός | γκούγκλιζα | γκούγκλιζες | γκούγκλιζε | γκουγκλίζαμε | γκουγκλίζατε | γκουγκλίζαν / γκουγκλίζανε / γκούγκλιζαν |
| Αόριστος | γκούγκλισα | γκούγκλισες | γκούγκλισε | γκουγκλίσαμε | γκουγκλίσατε | γκουγκλίσαν / γκουγκλίσανε / γκούγκλισαν |
| Μέλλοντας | θα γκουγκλίζω / θα γκουγκλίσω | θα γκουγκλίζεις / θα γκουγκλίσεις | θα γκουγκλίζει / θα γκουγκλίσει | θα γκουγκλίζουμε / θα γκουγκλίσουμε | θα γκουγκλίζετε / θα γκουγκλίσετε | θα γκουγκλίζουν / θα γκουγκλίζουνε / θα γκουγκλίσουν / θα γκουγκλίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω γκουγκλίσει | έχεις γκουγκλίσει | έχει γκουγκλίσει | έχουμε γκουγκλίσει | έχετε γκουγκλίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα γκουγκλίσει | είχες γκουγκλίσει | είχε γκουγκλίσει | είχαμε γκουγκλίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω γκουγκλίσει / να γκουγκλίζω / να γκουγκλίσω | να έχεις γκουγκλίσει / να γκουγκλίζεις / να γκουγκλίσεις | να έχει γκουγκλίσει / να γκουγκλίζει / να γκουγκλίσει | να έχουμε γκουγκλίσει / να γκουγκλίζουμε / να γκουγκλίσουμε | να έχετε γκουγκλίσει / να γκουγκλίζετε / να γκουγκλίσετε | να γκουγκλίζουν / να γκουγκλίζουνε / να γκουγκλίσουν / να γκουγκλίσουνε |
| Προστακτική | — | γκούγκλιζε / γκούγκλισε | — | — | γκουγκλίζετε / γκουγκλίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →