Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γκουρμέ

/ɡuɾˈme/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. που του/της αρέσει το εκλεκτό φαγητό καθώς και η ανακάλυψη νέων και ενδιαφερουσών γεύσεων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γκουρμέ (νεολογισμός) < απροσάρμοστο λόγιο δάνειο από τη γαλλική gourmet

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

γκουρμέ

/ɡuɾˈme/επίθετο
•
  1. γαστρονομίαπου σχετίζεται με το εκλεκτό φαγητό ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό
    • ανακαλύψαμε τη χανιώτικη στάκα με αυγά. Ένα πραγματικά γαστρονομικό θαύμα, η αξία του οποίου ξεπερνά τις καλύτερες γκουρμέ ντελικατέτσες του κόσμου.
    • ...ευτυχώς οι συγκάτοικοι δεν ήταν φραγκοφονιάδες. Μου αγόραζαν πανάκριβες γκουρμέ κονσέρβες: τόνους, κουνέλι με λαχανικά, πατέ πάπιας και, την πιο αγαπημένη μου, γαρίδες του ωκεανού με πέστροφα.

Ετυμολογία

γκουρμέ (νεολογισμός) < απροσάρμοστο λόγιο δάνειο από τη γαλλική gourmet

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →