γκουχ
•
- ήχος βηξίματος Βικιλεξικό
- ήχος δήθεν βηξίματος ως έμφαση ή προς εστίαση της προσοχής άλλων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γκουχ < (ηχομιμητική λέξη)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
γκουχ < (ηχομιμητική λέξη)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →