Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γκρίκλις

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. νεολογισμόςη γραφή λέξεων της ελληνικής γλώσσας με λατινικούς χαρακτήρες Βικιλεξικό
    • Ανησυχητικά μεγαλώνει το ποσοστό μαθητών που χρησιμοποιούν τα λεγόμενα «γκρίκλις», δηλαδή τη γραφή ελληνικών λέξεων με λατινικούς χαρακτήρες, ως τρόπο έκφρασης, κυρίως μέσω του Διαδικτύου και μηνυμάτων που ανταλλάσσουν μέσω κινητών τηλεφώνων. (*)
    • H νεαρή Ελληνίδα σκηνοθέτις, όμως, που ζει και η ίδια πλέον εδώ και πολλά χρόνια στο Λος Άντζελες, δεν έχει την γκροτέσκ διάθεση της Βαρντάλος. Μπορεί οι άνθρωποι στους οποίους αναφέρεται να έχουν, πάνω-κάτω, τα ίδια χαρακτηριστικά (συνεννοούνται σε γκρίκλις, υποφέρουν από ένα βαθύ συντηρητισμό αλλά και από λαχτάρα για την πατρίδα). (*)

Ετυμολογία

γκρίκλις < greeklish < αγγλική greek + english

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →