γκρίκο
•
- γλωσσολογίαη ελληνική διάλεκτος, του ιδιώματος Απουλίας (περιοχής Σαλέντο) με αρχαϊκά, μεσαιωνικά και ιταλικά στοιχεία που αναπτύχθηκε στο περιβάλλον της Κάτω Ιταλίας, της νότιας Ιταλίας Βικιλεξικό
- > υπερώνυμα: κατωιταλικά, κατωιταλική (διάλεκτος), κατωιταλιώτικα και συχνά με κεφαλαίο: Κατωιταλικά, Κατωιταλική, Κατωιταλιώτικα Κατωιταλική
- για τους ελληνόφωνους κατοίκους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γκρίκο < → λείπει η ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →