γκραν μετρ
•
- σκάκιτίτλος που απονέμεται σε σκακιστή που έχει επιδείξει διεθνώς αναγνωρισμένη αριστεία και πληροί συγκεκριμένα κριτήρια τής FIDE· ο τίτλος αυτός ισχύει εφ' όρου ζωής (εκτός ακύρωσης λόγω αντιαθλητικής συμπεριφοράς). Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γκραν μετρ < γαλλική grand maître < grand + maître
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →