γκρεμίζω
•
- ρίχνω σε γκρεμό Βικιλεξικό
- κατεδαφίζω, καταστρέφω Βικιλεξικό
- Και απ’ άκρη σ’ άκρη του κάμπου φυσά ο δρόλαπας αγριεμένος, χιλιόχρονα ρουπάκια ξεριζώνει, χτίρια γκρεμίζει, ξυλοκεράμιδα συνεπαίρνει, βίσαλα και λιθάρια σαρώνει (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Παλιές Αγάπες, Η μάνα, 1900)
- αποκαθηλώνω εξουσία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γκρεμίζω < αρχαία ελληνική κρημνίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | γκρεμίζω | γκρεμίζεις | γκρεμίζει | γκρεμίζουμε | γκρεμίζετε | γκρεμίζουν / γκρεμίζουνε |
| Παρατατικός | γκρέμιζα | γκρέμιζες | γκρέμιζε | γκρεμίζαμε | γκρεμίζατε | γκρέμιζαν / γκρεμίζαν / γκρεμίζανε |
| Αόριστος | γκρέμισα | γκρέμισες | γκρέμισε | γκρεμίσαμε | γκρεμίσατε | γκρέμισαν / γκρεμίσαν / γκρεμίσανε |
| Μέλλοντας | θα γκρεμίζω / θα γκρεμίσω | θα γκρεμίζεις / θα γκρεμίσεις | θα γκρεμίζει / θα γκρεμίσει | θα γκρεμίζουμε / θα γκρεμίσουμε | θα γκρεμίζετε / θα γκρεμίσετε | θα γκρεμίζουν / θα γκρεμίζουνε / θα γκρεμίσουν / θα γκρεμίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω γκρεμίσει | έχεις γκρεμίσει | έχει γκρεμίσει | έχουμε γκρεμίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα γκρεμίσει | είχες γκρεμίσει | είχε γκρεμίσει | είχαμε γκρεμίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω γκρεμίσει / να γκρεμίζω / να γκρεμίσω | να έχεις γκρεμίσει / να γκρεμίζεις / να γκρεμίσεις | να έχει γκρεμίσει / να γκρεμίζει / να γκρεμίσει | να έχουμε γκρεμίσει / να γκρεμίζουμε / να γκρεμίσουμε | να γκρεμίζετε / να γκρεμίσετε | να γκρεμίζουν / να γκρεμίζουνε / να γκρεμίσουν / να γκρεμίσουνε |
| Προστακτική | — | έχε γκρεμισμένο / γκρέμιζε / γκρέμισε | — | — | γκρεμίζετε / γκρεμίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →