Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γκρεμίζω

ρήμα
•
  1. ρίχνω σε γκρεμό Βικιλεξικό
  2. κατεδαφίζω, καταστρέφω Βικιλεξικό
    • Και απ’ άκρη σ’ άκρη του κάμπου φυσά ο δρόλαπας αγριεμένος, χιλιόχρονα ρουπάκια ξεριζώνει, χτίρια γκρεμίζει, ξυλοκεράμιδα συνεπαίρνει, βίσαλα και λιθάρια σαρώνει (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Παλιές Αγάπες, Η μάνα, 1900)
  3. αποκαθηλώνω εξουσία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γκρεμίζω < αρχαία ελληνική κρημνίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςγκρεμίζωγκρεμίζειςγκρεμίζειγκρεμίζουμεγκρεμίζετεγκρεμίζουν / γκρεμίζουνε
Παρατατικόςγκρέμιζαγκρέμιζεςγκρέμιζεγκρεμίζαμεγκρεμίζατεγκρέμιζαν / γκρεμίζαν / γκρεμίζανε
Αόριστοςγκρέμισαγκρέμισεςγκρέμισεγκρεμίσαμεγκρεμίσατεγκρέμισαν / γκρεμίσαν / γκρεμίσανε
Μέλλονταςθα γκρεμίζω / θα γκρεμίσωθα γκρεμίζεις / θα γκρεμίσειςθα γκρεμίζει / θα γκρεμίσειθα γκρεμίζουμε / θα γκρεμίσουμεθα γκρεμίζετε / θα γκρεμίσετεθα γκρεμίζουν / θα γκρεμίζουνε / θα γκρεμίσουν / θα γκρεμίσουνε
Παρακείμενοςέχω γκρεμίσειέχεις γκρεμίσειέχει γκρεμίσειέχουμε γκρεμίσει——
Υπερσυντέλικοςείχα γκρεμίσειείχες γκρεμίσειείχε γκρεμίσειείχαμε γκρεμίσει——
Υποτακτικήνα έχω γκρεμίσει / να γκρεμίζω / να γκρεμίσωνα έχεις γκρεμίσει / να γκρεμίζεις / να γκρεμίσειςνα έχει γκρεμίσει / να γκρεμίζει / να γκρεμίσεινα έχουμε γκρεμίσει / να γκρεμίζουμε / να γκρεμίσουμενα γκρεμίζετε / να γκρεμίσετενα γκρεμίζουν / να γκρεμίζουνε / να γκρεμίσουν / να γκρεμίσουνε
Προστακτική—έχε γκρεμισμένο / γκρέμιζε / γκρέμισε——γκρεμίζετε / γκρεμίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →