γκρεμισμένος
•
- που τον έχουν γκρεμίσει κυριολεκτικά (για κτίσμα) ή μεταφορικά για κάτι μη υλικό (π.χ. για όνειρα) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γκρεμισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου γκρεμίζω
Άλλοι τύποι
γκρεμισμέναγκρεμισμένεγκρεμισμένεςγκρεμισμένηγκρεμισμένηςγκρεμισμένογκρεμισμένοιγκρεμισμένοςγκρεμισμένουγκρεμισμένουςγκρεμισμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →