γκρεμοτσακισμένος
•
- που τον έχουν ρίξει ή έχει πέσει από ψηλά σε μεγάλο βάθος και έχει τσακιστεί (έμψυχο ή άψυχο) Βικιλεξικό
- υπερβολήπου έπεσε και χτύπησε πάρα πολύ Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου έχει καταβαραθρωθεί, σε βάθη απόγνωσης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γκρεμοτσακισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος γκρεμοτσακίζω. Αναλύεται σε γκρεμ(ός) + -ο- + τσακισμένος
Άλλοι τύποι
γκρεμοτσακισμέναγκρεμοτσακισμένεγκρεμοτσακισμένεςγκρεμοτσακισμένηγκρεμοτσακισμένηςγκρεμοτσακισμένογκρεμοτσακισμένοιγκρεμοτσακισμένοςγκρεμοτσακισμένουγκρεμοτσακισμένουςγκρεμοτσακισμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →