Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γκριζομάτης

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αυτός που έχει γκρίζα μάτια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γκριζομάτης: σύνθετη λέξη < γκρίζ(ος) + -ο- + -μάτης

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγκριζομάτηςγκριζομάταγκριζομάτικο
Γενικήγκριζομάτηγκριζομάταςγκριζομάτικου
Αιτιατικήγκριζομάτηγκριζομάταγκριζομάτικο
Κλητικήγκριζομάτηγκριζομάταγκριζομάτικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγκριζομάτηδεςγκριζομάτεςγκριζομάτικα
Γενικήγκριζομάτηδων—γκριζομάτικων
Αιτιατικήγκριζομάτηδεςγκριζομάτεςγκριζομάτικα
Κλητικήγκριζομάτηδεςγκριζομάτεςγκριζομάτικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →