γκριζόλα
•
- ναυτικός όροςη πυξιδοθήκη Βικιλεξικό
- ναυτικός όροςχώρος αποθήκευσης αντικειμένων στην πλώρη ενός πλοίου Βικιλεξικό
- μεταφορικάχαρακτηρισμός ατημέλητης γυναίκας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γκριζόλα < βενετική grisiola
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γκριζόλα | γκριζόλες |
| Γενική | γκριζόλας | — |
| Αιτιατική | γκριζόλα | γκριζόλες |
| Κλητική | γκριζόλα | γκριζόλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →