γλαρώνω
•
- κλείνουν τα μάτια μου από κούραση ή νύστα, πέφτω σε κατάσταση υπνηλίας Βικιλεξικό
- νυστάζω, με παίρνει ο ύπνος, αποκοιμιέμαι Βικιλεξικό
- ηρεμώ, γαληνεύω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γλαρώνω < γλαρ(ός) + -ώνω < αρχαία ελληνική ἱλαρός
Άλλοι τύποι
γλάρωσαγλαρωμένος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →