γλαυκότητα
•
- λόγιοη ιδιότητα του γλαυκού, το αστραφτερό γαλάζιο χρώμα Βικιλεξικό
- Η γαλήνια αύρα προσδίδει ζωντάνια στην γλαυκότητα του υπέρλαμπρου ουρανού.
Ετυμολογία
γλαυκότητα < αρχαία ελληνική γλαυκότης < γλαυκός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γλαυκότητα | γλαυκότητες |
| Γενική | γλαυκότητας | γλαυκοτήτων |
| Αιτιατική | γλαυκότητα | γλαυκότητες |
| Κλητική | γλαυκότητα | γλαυκότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →