Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γλαφυρός

/ɣla.fiˈɾos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που περιγράφει κάτι με παραστατικότητα, ζωντάνια, κομψότητα και εκφραστικό πλούτο Βικιλεξικό
    • γλαφυρό ύφος
    • Για ένα ζαμάνι τον έθελγε ιδιαίτερα να εντρυφεί στις επάρατες νόσους αλλά και στους βίαιους τρόπους θανάτου. Μπορούσε, ας πούμε, να σου περιγράψει γλαφυρότατα τον μηχανισμό του εμφράγματος (Χρήστος Χωμενίδης, Ο κόσμος στα μέτρα του, εκδ. Πατάκης, 2016)
  2. μεταφορικάο ευχάριστος ή εύκολος στην ανάγνωση Βικιλεξικό
    • γλαφυρό ύφος (εδώ μεταφορικά, που δεν πληροί όλα τα προαπαιτούμενα της γλαφυρότητας)
  3. μεταφορικάο ευχάριστος και χαρωπός, ο ενδιαφέρων Βικιλεξικό
    • γλαφυρό πνεύμα

Ετυμολογία

γλαφυρός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή γλαφυρός (αρχαία σημασία: καλογυαλισμένος)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγλαφυρόςγλαφυρήγλαφυρό
Γενικήγλαφυρούγλαφυρήςγλαφυρού
Αιτιατικήγλαφυρόγλαφυρήγλαφυρό
Κλητικήγλαφυρέγλαφυρήγλαφυρό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγλαφυροίγλαφυρέςγλαφυρά
Γενικήγλαφυρώνγλαφυρώνγλαφυρών
Αιτιατικήγλαφυρούςγλαφυρέςγλαφυρά
Κλητικήγλαφυροίγλαφυρέςγλαφυρά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →