γλαφυρός
•
- που περιγράφει κάτι με παραστατικότητα, ζωντάνια, κομψότητα και εκφραστικό πλούτο Βικιλεξικό
- γλαφυρό ύφος
- Για ένα ζαμάνι τον έθελγε ιδιαίτερα να εντρυφεί στις επάρατες νόσους αλλά και στους βίαιους τρόπους θανάτου. Μπορούσε, ας πούμε, να σου περιγράψει γλαφυρότατα τον μηχανισμό του εμφράγματος (Χρήστος Χωμενίδης, Ο κόσμος στα μέτρα του, εκδ. Πατάκης, 2016)
- μεταφορικάο ευχάριστος ή εύκολος στην ανάγνωση Βικιλεξικό
- γλαφυρό ύφος (εδώ μεταφορικά, που δεν πληροί όλα τα προαπαιτούμενα της γλαφυρότητας)
- μεταφορικάο ευχάριστος και χαρωπός, ο ενδιαφέρων Βικιλεξικό
- γλαφυρό πνεύμα
Ετυμολογία
γλαφυρός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή γλαφυρός (αρχαία σημασία: καλογυαλισμένος)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γλαφυρός | γλαφυρή | γλαφυρό |
| Γενική | γλαφυρού | γλαφυρής | γλαφυρού |
| Αιτιατική | γλαφυρό | γλαφυρή | γλαφυρό |
| Κλητική | γλαφυρέ | γλαφυρή | γλαφυρό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γλαφυροί | γλαφυρές | γλαφυρά |
| Γενική | γλαφυρών | γλαφυρών | γλαφυρών |
| Αιτιατική | γλαφυρούς | γλαφυρές | γλαφυρά |
| Κλητική | γλαφυροί | γλαφυρές | γλαφυρά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →