γλείψιμο
•
- η ενέργεια του γλείφω Βικιλεξικό
- η κολακεία προς ανώτερο που αποσκοπεί στο να αποσπάσει την εύνοιά του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γλείψιμο < γλείφω + -ιμο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γλείψιμο | γλειψίματα |
| Γενική | γλειψίματος | γλειψιμάτων |
| Αιτιατική | γλείψιμο | γλειψίματα |
| Κλητική | γλείψιμο | γλειψίματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →