Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γλεντζές

/ɣlenˈd͡zes/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. που του αρέσει να γλεντάει, να διασκεδάζει Βικιλεξικό
    • Ένας αδιόρθωτος γλεντζές είναι ταυτόχρονα κηδεμόνας της κόρης ενός φίλου του, στην οποία παρουσιάζεται σαν άνθρωπος αυστηρών αρχών (Στάθης Βαλούκος, Φιλμογραφία ελληνικού κινηματογράφου (1914-1984), Εταιρεία Ελλήνων Σκηνοθετών, 1984, σελ. 103)
  2. κατ’ επέκτασηεύθυμος τύπος, ευχάριστος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γλεντζές < (άμεσο δάνειο) τουρκική eğlence

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγλεντζέςγλεντζέδες
Γενικήγλεντζέγλεντζέδων
Αιτιατικήγλεντζέγλεντζέδες
Κλητικήγλεντζέγλεντζέδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →