γλισχρότητα
•
- λόγιοτο να είναι κάποιος ή κάτι γλίσχρο(ς) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γλισχρότητα < αρχαία ελληνική γλισχρότης < γλίσχρος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γλισχρότητα | γλισχρότητες |
| Γενική | γλισχρότητας | γλισχροτήτων |
| Αιτιατική | γλισχρότητα | γλισχρότητες |
| Κλητική | γλισχρότητα | γλισχρότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →