Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γλουταμινικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. βιοχημείαπου έχει σχέση με το γλουταμίνη ή αναφέρεται σʼ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γλουταμινικός < γλουταμίνη + -ικός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική glutamique)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγλουταμινικόςγλουταμινικήγλουταμινικό
Γενικήγλουταμινικούγλουταμινικήςγλουταμινικού
Αιτιατικήγλουταμινικόγλουταμινικήγλουταμινικό
Κλητικήγλουταμινικέγλουταμινικήγλουταμινικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγλουταμινικοίγλουταμινικέςγλουταμινικά
Γενικήγλουταμινικώνγλουταμινικώνγλουταμινικών
Αιτιατικήγλουταμινικούςγλουταμινικέςγλουταμινικά
Κλητικήγλουταμινικοίγλουταμινικέςγλουταμινικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →