Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γλουτιαίος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο σχετικός με οστά, μυώνες του γλουτού, ο αναφερόμενος στην περιοχή του γλουτού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γλουτιαίος < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα γλουτιαῖος < αρχαία ελληνική γλουτός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγλουτιαίοςγλουτιαίαγλουτιαίο
Γενικήγλουτιαίουγλουτιαίαςγλουτιαίου
Αιτιατικήγλουτιαίογλουτιαίαγλουτιαίο
Κλητικήγλουτιαίεγλουτιαίαγλουτιαίο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγλουτιαίοιγλουτιαίεςγλουτιαία
Γενικήγλουτιαίωνγλουτιαίωνγλουτιαίων
Αιτιατικήγλουτιαίουςγλουτιαίεςγλουτιαία
Κλητικήγλουτιαίοιγλουτιαίεςγλουτιαία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →