γλυκαίνω
•
- μεταβατικόκάνω κάτι γλυκό προσθέτοντας γλυκαντική ουσία ή σάκχαρο Βικιλεξικό
- Πάνω από τα τηγανητά αυγά τρώω πάντα μια φέτα ψωμί με μαρμελάδα, για να γλυκάνω το στόμα μου, και τη στιγμή εκείνη την άλειφα. (Αντώνης Σουρούνης (1985) Οι πρώτοι πεθαίνουν τελευταίοι [μυθιστόρημα])
- Με γλυκαίνει το ώριμο φρούτο και με δροσίζει το αγουρωπό (Μίλτος Πρωτογερέλλης, Τα ρέστα σας, εκδ. Ύψιλον / Βιβλία, 2001, σελ. 19
- αμετάβατογίνομαι εγώ πιο γλυκός, πιο πράος Βικιλεξικό
- είναι στρυφνή, αλλά όταν μιλάει στα παιδιά, γλυκαίνει αμέσως
- γλύκανε ο καιρός
- (μεταβατικό) μεταβάλλω ένα χαρακτηριστικό μου προς το γλυκύτερο, το κάνω πιο ευχάριστο, ήρεμο, πράο κλπ
Ετυμολογία
γλυκαίνω < αρχαία ελληνική γλυκαίνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | γλυκαίνω | γλυκαίνεις | γλυκαίνει | γλυκαίνουμε | γλυκαίνετε | γλυκαίνουν / γλυκαίνουνε |
| Παρατατικός | γλύκαινα | γλύκαινες | γλύκαινε | γλυκαίναμε | γλυκαίνατε | γλυκαίναν / γλυκαίνανε / γλύκαιναν |
| Αόριστος | γλύκανα | γλύκανες | γλύκανε | γλυκάναμε | γλυκάνατε | γλυκάναν / γλυκάνανε / γλύκαναν |
| Μέλλοντας | θα γλυκάνω / θα γλυκαίνω | θα γλυκάνεις / θα γλυκαίνεις | θα γλυκάνει / θα γλυκαίνει | θα γλυκάνουμε / θα γλυκαίνουμε | θα γλυκάνετε / θα γλυκαίνετε | θα γλυκάνουν / θα γλυκάνουνε / θα γλυκαίνουν / θα γλυκαίνουνε |
| Παρακείμενος | έχω γλυκάνει | έχεις γλυκάνει | έχει γλυκάνει | έχουμε γλυκάνει | έχετε γλυκάνει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα γλυκάνει | είχες γλυκάνει | είχε γλυκάνει | είχαμε γλυκάνει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω γλυκάνει / να γλυκάνω / να γλυκαίνω | να έχεις γλυκάνει / να γλυκάνεις / να γλυκαίνεις | να έχει γλυκάνει / να γλυκάνει / να γλυκαίνει | να έχουμε γλυκάνει / να γλυκάνουμε / να γλυκαίνουμε | να έχετε γλυκάνει / να γλυκάνετε / να γλυκαίνετε | να γλυκάνουν / να γλυκάνουνε / να γλυκαίνουν / να γλυκαίνουνε |
| Προστακτική | — | έχε γλυκαμένο / γλύκαινε / γλύκανε | — | — | γλυκάνετε / γλυκαίνετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →