γλυκαιμικός
•
- που έχει σχέση με τη γλυκαιμία, αναφέρεται σ’ αυτήν ή την προκαλεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γλυκαιμικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική glycémique < glycémie < αρχαία ελληνική γλυκύς + αἷμα
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γλυκαιμικός | γλυκαιμική | γλυκαιμικό |
| Γενική | γλυκαιμικού | γλυκαιμικής | γλυκαιμικού |
| Αιτιατική | γλυκαιμικό | γλυκαιμική | γλυκαιμικό |
| Κλητική | γλυκαιμικέ | γλυκαιμική | γλυκαιμικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γλυκαιμικοί | γλυκαιμικές | γλυκαιμικά |
| Γενική | γλυκαιμικών | γλυκαιμικών | γλυκαιμικών |
| Αιτιατική | γλυκαιμικούς | γλυκαιμικές | γλυκαιμικά |
| Κλητική | γλυκαιμικοί | γλυκαιμικές | γλυκαιμικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →