γλυκασμός
•
- γλυκύτητα, χαρά, ευχαρίστηση Βικιλεξικό
- ο γλυκασμός των αγγέλων, των θλιβομένων η χαρά, Χριστιανών η προστάτις, Παρθένε Μήτηρ Κυρίου (Παρακλητικός Κανόνας)
- αγιογραφίατο χρώμα που αποτελείται από λίγο προπλασμό και περισσότερο σάρκωμα Βικιλεξικό
- για ύφοςυπερβολικός και ψεύτικος συναισθηματισμός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γλυκασμός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή γλυκασμός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γλυκασμός | γλυκασμοί |
| Γενική | γλυκασμού | γλυκασμών |
| Αιτιατική | γλυκασμό | γλυκασμούς |
| Κλητική | γλυκασμέ | γλυκασμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →