γλυκοαίματος
•
- αξιαγάπητος, συμπαθητικός, ελκυστικός Βικιλεξικό
- που τον ερωτεύονται Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου τον τσιμπάνε εύκολα έντομα και κουνούπια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γλυκοαίματος < γλυκο- + -αίματος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γλυκοαίματος | γλυκοαίματη | γλυκοαίματο |
| Γενική | γλυκοαίματου | γλυκοαίματης | γλυκοαίματου |
| Αιτιατική | γλυκοαίματο | γλυκοαίματη | γλυκοαίματο |
| Κλητική | γλυκοαίματε | γλυκοαίματη | γλυκοαίματο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γλυκοαίματοι | γλυκοαίματες | γλυκοαίματα |
| Γενική | γλυκοαίματων | γλυκοαίματων | γλυκοαίματων |
| Αιτιατική | γλυκοαίματους | γλυκοαίματες | γλυκοαίματα |
| Κλητική | γλυκοαίματοι | γλυκοαίματες | γλυκοαίματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →