Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γλυκοαίματος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αξιαγάπητος, συμπαθητικός, ελκυστικός Βικιλεξικό
  2. που τον ερωτεύονται Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάπου τον τσιμπάνε εύκολα έντομα και κουνούπια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γλυκοαίματος < γλυκο- + -αίματος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγλυκοαίματοςγλυκοαίματηγλυκοαίματο
Γενικήγλυκοαίματουγλυκοαίματηςγλυκοαίματου
Αιτιατικήγλυκοαίματογλυκοαίματηγλυκοαίματο
Κλητικήγλυκοαίματεγλυκοαίματηγλυκοαίματο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγλυκοαίματοιγλυκοαίματεςγλυκοαίματα
Γενικήγλυκοαίματωνγλυκοαίματωνγλυκοαίματων
Αιτιατικήγλυκοαίματουςγλυκοαίματεςγλυκοαίματα
Κλητικήγλυκοαίματοιγλυκοαίματεςγλυκοαίματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →