γλυκοζαχαρώνω
•
- σπάνιοκοιτάζω με ερωτική ή κτητική διάθεση κάποιον ή κάτι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γλυκοζαχαρώνω < γλυκο- + ζαχαρώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | γλυκοζαχαρώνω | γλυκοζαχαρώνεις | γλυκοζαχαρώνει | γλυκοζαχαρώνουμε | γλυκοζαχαρώνετε | γλυκοζαχαρώνουν / γλυκοζαχαρώνουνε |
| Παρατατικός | γλυκοζαχάρωνα | γλυκοζαχάρωνες | γλυκοζαχάρωνε | γλυκοζαχαρώναμε | γλυκοζαχαρώνατε | γλυκοζαχάρωναν / γλυκοζαχαρώναν / γλυκοζαχαρώνανε |
| Αόριστος | γλυκοζαχάρωσα | γλυκοζαχάρωσες | γλυκοζαχάρωσε | γλυκοζαχαρώσαμε | γλυκοζαχαρώσατε | γλυκοζαχάρωσαν / γλυκοζαχαρώσαν / γλυκοζαχαρώσανε |
| Μέλλοντας | θα γλυκοζαχαρώνω / θα γλυκοζαχαρώσω | θα γλυκοζαχαρώνεις / θα γλυκοζαχαρώσεις | θα γλυκοζαχαρώνει / θα γλυκοζαχαρώσει | θα γλυκοζαχαρώνουμε / θα γλυκοζαχαρώσουμε | θα γλυκοζαχαρώνετε / θα γλυκοζαχαρώσετε | θα γλυκοζαχαρώνουν / θα γλυκοζαχαρώνουνε / θα γλυκοζαχαρώσουν / θα γλυκοζαχαρώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω γλυκοζαχαρώσει | έχεις γλυκοζαχαρώσει | έχει γλυκοζαχαρώσει | έχουμε γλυκοζαχαρώσει | έχετε γλυκοζαχαρώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα γλυκοζαχαρώσει | είχες γλυκοζαχαρώσει | είχε γλυκοζαχαρώσει | είχαμε γλυκοζαχαρώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω γλυκοζαχαρώσει / να γλυκοζαχαρώνω / να γλυκοζαχαρώσω | να έχεις γλυκοζαχαρώσει / να γλυκοζαχαρώνεις / να γλυκοζαχαρώσεις | να έχει γλυκοζαχαρώσει / να γλυκοζαχαρώνει / να γλυκοζαχαρώσει | να έχουμε γλυκοζαχαρώσει / να γλυκοζαχαρώνουμε / να γλυκοζαχαρώσουμε | να έχετε γλυκοζαχαρώσει / να γλυκοζαχαρώνετε / να γλυκοζαχαρώσετε | να γλυκοζαχαρώνουν / να γλυκοζαχαρώνουνε / να γλυκοζαχαρώσουν / να γλυκοζαχαρώσουνε |
| Προστακτική | — | γλυκοζαχάρωνε / γλυκοζαχάρωσε | — | — | γλυκοζαχαρώνετε / γλυκοζαχαρώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →